Αρθρόδεση είναι η επέμβαση κατά την οποία καταργείται η κίνηση σε μία ή περισσότερες αρθρώσεις.
Σήμερα κατά κανόνα αυτό γίνεται με χρήση μεταλλικών υλικών οστεοσύνθεσης (βίδες, πλάκες, ή εξωτερική οστεοσύνθεση).

Οι επεμβάσεις αυτές εκτελούνται σε περιπτώσεις αρθρίτιδας (που εμφανίζεται πρωτογενώς ή μετά από τραυματισμό ή κάταγμα). Στην αρθρίτιδα οι επιφάνειες δεν είναι πλέον λείες, αφού έχει καταστραφεί ο φυσιολογικός αρθρικός χόνδρος, και έτσι δύο ‘ανώμαλες’ επιφάνειες που εφάπτονται, ‘γδέρνουν’ η μία την άλλη με την κίνηση προκαλώντας πόνο.
Στο γόνατο και το ισχίο σε τέτοιες περιπτώσεις εκτελούμε αρθροπλαστική. Στην ποδοκνημική (άρθρωση μεταξύ κνήμης και αστραγάλου) η αρθροπλαστική αποτελεί μια επιλογή, αντενδείκνυται όμως σε πολλές από τις περιπτώσεις (βλ. σχετικό κεφάλαιο). Οι αρθρώσεις του άκρου ποδιού όμως έχουν κάποιες ιδιαιτερότητες: Είναι πολύ μικρές και η λειτουργία τους σύνθετη και δεν είναι κατάλληλες για αντικατάσταση με μέταλλο και πολυαιθυλένιο (‘πλαστικό’). Η μόνη λύση γι’ αυτές τις αρθρώσεις όταν προσβληθούν από αρθρίτιδα, είναι η αρθρόδεση.

Οι επεμβάσεις αυτές σε κάποιες αρθρώσεις (ποδοκνημική, υπαστραγαλική, ασταγαλοσκαφοειδή, πτερνοκυβοειδή), μπορούν – εφόσον ο χειρουργός έχει την απαιτούμενη εμπειρία – και αρθροσκοπικά με μικρές τομές, μειώνοντας το χρόνο αποκατάστασης και την πιθανότητα επιπλοκών.

Σε γενικές γραμμές οι αρθροδέσεις στο πόδι απαιτούν ακινητοποίηση σε γύψο κάτω από το γόνατο για 3 μήνες. Τις πρώτες 6 εβδομάδες αποφεύγουμε εντελώς τη φόρτιση του σκέλους. Αυτό γίνεται ώστε να επέλθει ‘πώρωση’ των οστών (στα οποία έχουμε τοποθετήσει βίδες, πλάκες κτλ.). Χορηγούμε κατά κανόνα αντιπηκτική θεραπεία για 2 εβδομάδες ή περισσότερο. Η πορεία της πώρωσης παρακολουθείται από το γιατρό με ακτινογραφίες κάθε 4-6 εβδομάδες. Η λειτουργικότητα επανέρχεται σταδιακά.
Συνήθως είναι επιτυχείς επεμβάσεις και οι ασθενείς είναι ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα, αφού καταργείται ο πόνος.